Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Dylan Thomas















Σε μιαν επέτειο γάμου


Ανοιγμένος ο ουρανός
Σ' αυτή την κουρελιασμένη επέτειο δύο πλασμάτων
Που βάδισαν για τρία χρόνια αρμονικά
Στους μεγάλους δρόμους των όρκων τους.

Τώρα η αγάπη τους χαμένη
Κι η αγάπη και τα πάθη της μουγκρίζουν αλυσοδεμένα
Από κάθε αλήθεια και κρατήρα
Σύννεφα κουβαλώντας ο θάνατος το σπιτικό τους.

Αργά πολύ στην αργοπορημένη βροχή
Σμίγουν αυτοί που χώρισε η αγάπη τους
Τα παράθυρα χύνονται στην καρδιά τους
Κι οι πόρτες καίγονται στο μυαλό τους


[ Κι ο θάνατος δεν θα ' χει εξουσία, Ελεύθερος Τύπος]

Νικήτας Κλιντ 69 Raps


















 Κιούμπρικ

Φάμπρικες! οχήματα! χρήματα!

Βοσκάω μέσ' στο Ροζγουέλ
Είμαι από χωριό, δεν είμαι `γώ
Το σκάω σκέτο όμως  δεν
Πίνω από μικρός, δεν είμαι `δω
Στρατόπεδο όλη η χώρα
Γκουαντάναμο  πρωθυπουργό
Φωνάζουν τα σκυλιά σου μα δεν τα `χω τα όπλα εγώ
Ανοίγω το ψυγείο για να φύγω, να βγω
Και να πάρω μια ανάσα- Λάσκα
Έχω κι αίμα στη φάτσα- Σάλτσα,
Λας Βέγκας, σκυλάδικο η βάρκα
Κουκαράτσα του Κάφκα
Μένω σε γιάφκα
Από `δω `ναι οι πουτάνες κι από `κει `ναι η πιάτσα
Είδες το τυρί, είδες το χαρτί μα δεν είδες τη φάκα
Είναι τίγκα η pinata-  Σπάσ' τα
Τα μπουζούκια βαράνε την intifada-Κάφ'τα
Παρακράτος η μάκα, κολυμπάνε τα κακά
Για να φάνε τα πάντα
Σκοπευτής στην ταράτσα, σουλάτσα
Σκατό στην κάλτσα
Για την κυράτσα και το μαλάκα
Κάνε μου τράκα
Μια ατάκα για την ατάκα
Τάχα μου , τάχα

Να `χα μονάχα λίγο αγάπη και χρόνο και λίγα φράγκα...


Αφροδίτες


Κοίτα τους όγκους τους αδούλευτους
Χωρίς βαρύτητα αρχιτεκτονική
Δε συγκρατούν τους δορυφόρους τους
Που έχουν απρόβλεπτη τροχιά χαοτική
Κυματοθραύστες κατοικούμενοι
Μπλόκα σε ανθρωποθάλασσες
Την ομορφιά σου αναδυόμενη
Χωρίς αντάλλαγμα τη χάρισες
Σε οποίον αντέχει την νομοτέλεια
Πως υποκύπτουν μονάχα στο νερό
Το αληθινό και η εντέλεια
Στον ανεξέλεγκτο και χείμαρρο καιρό.

Λαξεύονται από το νερό- μέρες και νύχτες
Και περπατάνε στον αφρό - οι Αφροδίτες
Τις φυλακίζουν στο βυθό -μέρες και νύχτες
Μα είναι το φως το φανερό -  οι Αφροδίτες
Γνωρίζουν ακρωτηριασμό- μέρες και νύχτες
Ολόκληρες χωρίς αρμό- οι Αφροδίτες
Δίχως να αλλάξουνε πλευρό- μέρες και νύχτες
Χαμογελούν στον πειρασμό- οι Αφροδιτες

Κυλάω στους δρόμους τους παράλληλους
Που συναντιόνται σε κόμβους νοερούς
Σαν τις σκιές πάνω στους άσπιλους
Και συμπαγείς παλλόμενους μηρούς
Οι αλλαγές έρχονται απρόσκλητες
Όμως το νιόφερτο χρωστάει μιαν αρχή
Απρόβλεπτες και νεοφώτιστες
Καμία δεν έχει παρθενογεννηθεί

 [ Νικήτας Κλιντ, 69 raps]

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Arthur Rimbaud














ΠΟΛΗ

   Είμαι ένας εφήμερος και διόλου υπερβολικά δυσαρεστημένος πολίτης μιάς
μεγαλούπολης που νομίζουν μοντέρνα επειδή απόφυγαν κάθε γνωστό γούστο
στην επίπλωση και στο εξωτερικό των σπιτιών τόσο καλά όσο και στο πολεοδο-
μικό σχέδιο. Εδώ δεν θα προσέξετε τα ίχνη κανενός μνημείου πρόληψης. Η ηθι-
κή και η γλώσσα περιορίστηκαν στην πιο απλή τους έκφραση, επιτέλους! Αυτά
τα εκατομμύρια των ανθρώπων που δεν αισθάνονται την ανάγκη να γνωρίζουν
τον εαυτό τους οργανώνουν τόσο ομοιόμορφα την ανατροφή, το επάγγελμα και
τα γεράματά τους, έτσι που η ζωή τους πρέπει να κρατά πολύ λιγότερο απ' όσο
βρίσκει μια στατιστική για τους λαούς της ηπείρου. Κι ακόμα σαν να βλέπω
από το παράθυρό μου, καινούρια σκιάχτρα να κυλούν ανάμεσα απ' την πυκνή
και αιώνια καπνιά του κάρβουνου, - η σκιά μας των δασών, η καλοκαιρινή νύ-
χτα μας- νέες Εριννύες, μπροστά στο εξοχικό μου σπίτι που είναι η πατρίδα μου
και όλη μου η καρδιά αφού όλα εδώ μοιάζου σ' αυτό, - το Θάνατο χωρίς κλά-
ματα, δραστήρια κόρη και υπηρέτρια μας, μια Αγάπη απελπισμένη, και ένα
όμορφο Έγκλημα που ουρλιάζει μέσα στη λάσπη του δρόμου.

[ Ρεμπώ, 20 πεζά ποιήματα, Ίκαρος]

Θάνος Σταθόπουλος


















Είναι όσοι αγάπησαν . Αθόρυβα
μπαινοβγαίνουν στα δωμάτια,
αλλάζουν ρούχα, κλείνουν τις
πόρτες, ανοίγουν τις πόρτες,
μπαίνουν στα αυτοκίνητα,
σχηματίζουν αριθμούς στο τηλέφωνο
και το κλείνουν, αποφασίζουν και ακούνε τη φωνή,
πάντα μπροστά σε κάποιο παράθυρο, δεν ξέρουν τι να πούν,
βγαίνουν στο μπαλκόνι, κατεβαίνουν στο δρόμο, αγοράζουν τσιγάρα
ανεβαίνουν στο δωμάτιο, αλλάζουν ρούχα, βλέπουν τηλεόραση, φεύγουν,
πάνε συχνά σινεμά, πίνουν, τρώνε στα καλύτερα ρεστοράν της πόλης,
ψωνίζουν, δεν ξέρουν που ξυπνάνε, ξυπνάνε χάλια, - όσοι αγάπησαν.

[ Θέμα για άγνωστο επισκέπτη, Ερατώ, 1985]
Είναι όσοι αγάπησαν. Αθόρυβα μπαινοβγαίνουν στα δωμάτια, αλλάζουν ρούχα, κλείνουν τις πόρτες, ανοίγουν τις πόρτες, μπαίνουν στ' αυτοκίνητα, σχηματίζουν αριθμούς στο τηλέφωνο και το κλείνουν, αποφασίζουν και ακούνε τη φωνή, πάντα μπροστά σε κάποιο παράθυρο, δεν ξέρουν τι να πουν, βγαίνουν στο μπαλκόνι, κατεβαίνουν στον δρόμο, αγοράζουν τσιγάρα, ανεβαίνουν στο δωμάτιο, αλλάζουν ρούχα, βλέπουν τηλεόραση, φεύγουν, πάνε συχνά σινεμά, πίνουν, τρώνε στα καλύτερα ρεστοράν της πόλης, ψωνίζουν, δεν ξέρουν πού ξυπνάνε, ξυπνάνε χάλια Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Λούλα Αναγνωστάκη















Ένας ξένος στο μπαρ


Ο άνθρωπος αυτός δε μου ανήκει.
Κάθεται στη γωνιά του μπάρ και κοιτάει τον τραγουδιστή.
Τα μάτια του έχουν δει τις πόλεις που ονειρεύτηκα
τα χέρια του μοιάζουν τα χέρια εκείνων που αγάπησα
κάποτε,
τα χέρια του μοιάζουν τα χέρια εκείνων που έχω πια
χάσει.
Κάποτε γράφαμε ποιήματα, διαβάσαμε τα ίδια βιβλία,
με την ίδια μυστική σημαία πολεμήσαμε τους φασίστες.

Τώρα μές στη σιωπή κοιτάμε κατά τη θάλασσα.
Παντού η θάλασσα είναι ίδια, θλιβερή κι αφιλόξενη,
με τα μεγάλα φύκια της και τα ήσυχα νερά.

Ο άνθρωπος αυτός δε μου ανήκει.
Τα χέρια του, το στόμα, τα μαλλιά του είναι ξένα.
Κάθεται στη γωνιά του μπάρ και κοιτάει τον τραγουδι-
στή:
Ποτέ δε θα γυρίσει σε μένα ν' ατενίσει τον εαυτό του.

[ Ντίνος Χριστιανόπουλος, Εντευκτήριο II, Ιανός, 2007]
φωτογραφία από τη lifo.